Ιστορικά και Κλέφτικα Τραγούδια - Μέρος 3ο (Μαρίνα Χ.)
Ημερομηνία: 24/04/05, 12:29
Θέμα: Ιστορία της Μουσικής



Στο δημοτικό τραγούδι, που είναι η γνήσια, ειλικρινής και ανόθευτη έκφραση της λαϊκής ψυχής, μας παρουσιάζεται ένας λαός λιτός στη διάθεση, στη ζωή και κλασσικός στην έκφραση του συναισθηματικού κόσμου. Τα δημοτικά τραγούδια έχουν τη ρίζα τους στα αρχαία λαϊκά τραγούδια. Πολλά δεν διαφέρουν από εκείνα παρά μόνο στη γλώσσα. Έχοντας αυτό ως δεδομένο, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι παρά το πέρασμα τόσων αιώνων η λαϊκή ποίηση, όπως και όλος ο λαϊκός πολιτισμός, (παροιμίες, έθιμα, μύθοι, παραμύθια κτλ.) εκφράζουν με τον ίδιο τρόπο τη λαϊκή ψυχή.

Το δημοτικό τραγούδι, στη μορφή που γίνεται πλατιά γνωστό, δεν είναι δημιούργημα ενός ξεχωριστού ατόμου. Πλάθεται από το λαό και εκφράζει τους πόθους και τις λαχτάρες, τα ιδανικά και το πνεύμα ενός λαού. Φορείς και δημιουργοί αυτών των τραγουδιών, όπως φυσικά και όλων των γνήσιων δημοτικών τραγουδιών, είναι ο απλός λαός. Όσον αφορά τους δημιουργούς, πρέπει να τονίσουμε ότι είναι ανώνυμοι. Ανήκουν στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και ανώνυμης μάζας και δεν ξεχωρίζουν απ' αυτό. Κατέχονται από το αίσθημα της κοινοκτημοσύνης και δεν θεωρούν ότι το αποτέλεσμα της δουλειάς τους ανήκει μονό σ' αυτούς. Έτσι δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός, ότι δεν μας είναι γνωστά ονόματα λαϊκών δημιουργών.

Σημαντικό είναι ότι κανείς από αυτούς δεν δημιουργούσε τραγούδια για να γίνει διάσημος ή τουλάχιστον για να αναγνωριστεί η αξία και το ταλέντο του. Επίσης κανείς δεν προσπάθησε να μετατρέψει το χάρισμα αυτό σε επάγγελμα.

O δημιουργός ποτέ δεν πιέζεται να συνθέσει ένα τραγούδι. Απλώς περιμένει την στιγμή που θα νοιώσει την ανάγκη να εκφράσει την προσωπική του, ή όχι απαραίτητα, ιδέα. Και λέγοντας ότι είναι πιθανόν να μην είναι αποκλειστικά προσωπική του ιδέα, εννοώ ότι μπορεί ο δημιουργός να ήταν επηρεασμένος από το άμεσο ή έμμεσο περιβάλλον του. Συχνό φαινόμενο είναι να παίρνει ο στιχοπλάστης αφορμή από ασήμαντα γεγονότα για να δημιουργήσει ένα τραγούδι, ταυτόχρονα όμως μπορεί να αδιαφορήσει για άλλα πολύ πιο σημαντικά.

Η αρχική σύλληψη του τραγουδιού γίνεται, όπως αναφέρεται παραπάνω, από ένα μόνο άτομο, που έχει και το χάρισμα της στιχουργίας. Στη συνέχεια όμως αυτό το αυτοσχέδιο τραγούδι το παίρνει ο “ανώνυμος” λαός και το προσαρμόζει αδιάκοπα στην καλαισθησία και στις διαθέσεις του. Έτσι ξεχνιέται εντελώς ο πρώτος δημιουργός του, ενώ παράλληλα το τραγούδι δε μας διασώζεται σε μια και μόνο μορφή, όπως συμβαίνει με τα επώνυμα ποιήματα, αλλά σε διάφορες (μορφές) που δεν διαφέρουν συνήθως πολύ μεταξύ τους και είναι οι γνωστές μας παραλλαγές.

Σημαντικό χαρακτηριστικό του δημοτικού τραγουδιού είναι ο αναπόσπαστος δεσμός του με τη μουσική και το χορό. Ακόμη και σήμερα, που τα δημοτικά τραγούδια καταγράφτηκαν ως ποιήματα, παρατηρούμε ότι ο λαός σε ένα γλέντι ή σε πανηγύρια δεν τα απαγγέλει, αλλά τα συνοδεύει με μουσική και άλλοτε με μουσική και χορό. Δηλαδή τα τραγούδια χωρίζονται σ' αυτά που τραγουδιούνται στο τραπέζι σε ένα γλέντι (της τάβλας) ή στους δρόμους, και σ' αυτά που χορεύονται (χορευτικά).

Ως ποιητικά δημιουργήματα τα δημοτικά τραγούδια ξεχωρίζουν για την τολμηρή σύλληψη του θέματος, τη ζωντανή και παραστατική απεικόνιση του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, την ανάγλυφη πλαστικότητα των εικόνων, όπως και την πυκνότητα και λιτότητα του λόγου. Ειδικότερα, στα δημοτικά τραγούδια παρατηρούμε τολμηρές προσωποποιήσεις: το βουνό, το δέντρο, το άλογο, το πουλί, κάθε άψυχο και έμψυχο πλάσμα δηλαδή, έχει το χάρισμα να μιλάει, ενώ ο άνθρωπος συμπάσχει και παίρνει μέρος στη δράση που διαδραματίζεται γύρω του.

Επίσης αποτελούν τα πρώτα μνημεία που διασώθηκαν στη νεοελληνική γλώσσα. O δρόμος που ακολούθησε το δημοτικό τραγούδι είναι χωριστός και αποκομμένος από τη λογοτεχνική πορεία της βυζαντινής γραμματείας και νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στη βυζαντινή γραμματεία, αλλά και αργότερα κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το δημοτικό τραγούδι αγνοήθηκε τελείως από τους λόγιους. Κανείς από τον κύκλο των λογοτεχνών ή λογίων δεν θεώρησε απαραίτητο να ασχοληθεί τότε με κάτι που δεν ήταν στη γλώσσα των λογίων, αλλά σε μια “χυδαία” και φτωχή γλώσσα ή πιο σωστά ιδίωμα, που δεν είχε καμιά σχέση με την γλώσσα των αρχαίων προγόνων μας, αλλά ούτε ήταν σε θέση να εκφράσει με “αποδεκτές” λέξεις τις υψηλές ιδέες του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και όχι μόνο.

O πρώτος που ενδιαφέρθηκε και αναγνώρισε την αξία των δημοτικών τραγουδιών ήταν ο Fauriel. Η συμβολή του Fauriel στην γνωστοποίηση του λαϊκού μας αυτού πλούτου είναι τεράστια. Πρώτος αυτός κατέγραψε δημοτικά τραγούδια, τα μετέφρασε και τα έκανε γνωστά με το να τα δημοσιεύσει στο Παρίσι το 1825 (Chants populaires de la Gréce moderne). Έτσι έγινε γνωστός αυτός ο παραμελημένος θησαυρός στον δυτικό κόσμο που έδειξε πολύ μεγαλύτερη αγάπη – για κάτι ξένο προς τα βιώματά του – απ' ότι οι Έλληνες λόγιοι.

Στις μέρες μας η αξία των τραγουδιών αυτών είναι αδιαμφισβήτητη. Η τάση για επιστροφή στις ρίζες μας, που φυσικά προϋποθέτει μια σχετική εξοικείωση με τη λαϊκή μας παράδοση, αποτελεί κίνητρο για να γνωρίσουμε καλύτερα αυτό τον κόσμο που κρύβεται πίσω της.

Δυστυχώς όμως όσο καλή θέληση και αν δείξει ο σημερινός Έλληνας δεν είναι πια και τόσο εύκολο – αν όχι ακατόρθωτο – να γνωρίσει τα τραγούδια αυτούσια, στη μορφή δηλαδή που τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από το λαό. Διάφοροι παράγοντες έχουν συμβάλλει στην αλλοίωση των τραγουδιών που μας παραδίνονται. Τα περισσότερα από τα τραγούδια που μας είναι γνωστά έχουν υποστεί μερικές αλλοιώσεις. Αυτές τις αλλοιώσεις μπορούμε να τις κατατάξουμε στις ακόλουθες ομάδες:


Οι αλλοιώσεις των λογίων

Οι πιο συνηθισμένες αλλοιώσεις έγιναν σε φωνητικό επίπεδο (φωνητικές αλλοιώσεις ή μικροαλλαγές). Οι λόγιοι αδυνατώντας να καταγράψουν τα τοπικά ιδιώματα κάθε περιοχής, αντικατέστησαν τις ιδιωματικές φράσεις με ανάλογες εκφράσεις της νεοελληνικής. Αυτό δεν έγινε φυσικά με κακή πρόθεση και ούτε είχαν συνειδητοποιήσει οι τότε λόγιοι ότι δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν τέτοιες καταστροφικές παρεμβάσεις σε μια τόσο μακρόχρονη παράδοση που κινδύνευε να αφανιστεί. Σκοπός τους ήταν να γίνουν αυτά τα τραγούδια γνωστά και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, αλλά το γλωσσικό ιδίωμα ξένο πολλές φορές στα άλλα ελληνικά ιδιώματα αποτελούσε τροχοπέδη.

Υπήρξαν δυστυχώς όμως και περιπτώσεις όπου οι λόγιοι θεώρησαν απαραίτητο να “ευπρεπίσουν” την γλώσσα αυτών των τραγουδιών επεμβαίνοντας σε μεγάλο βαθμό. Λέξεις αντικαταστάθηκαν με άλλες λογιότερες ή καταλήξεις τροποποιήθηκαν σύμφωνα με την αρχαιότροπη γραμματική. Παράδειγμα τρανταχτό αποτελούν οι Φαναριώτες κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821, που δεν καταδέχτηκαν τα δημοτικά τραγούδια στη γνήσια μορφή τους και τα μετέφρασαν στην καθαρεύουσα. Φυσικά το αποτέλεσμα ήταν φαιδρό.

Οι στίχοι που ακολουθούν προέρχονται από το γνωστό δημοτικό τραγούδι “Του Κίτσου”:

Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι·
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε·
“Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι στρέψε πίσω
για να περάσω αντίπερα, πέρα στα κλεφτοχώρια,
όπ' έχουν κλέφτες σύνοδο, όπ' έχουν τα λημέρια”


Η παρέμβαση των λογίων στην προσπάθειά τους να “ευπρεπίσουν” τη “χυδαία” γλώσσα του λαού επέφερε το ακόλουθο κατασκεύασμα:

Του Κίτσου η μήτηρ κάθητο επ' όχθης ποταμίου,
ήριζε τοίνυν μέτ' αυτού και το ελιθοβόλει,
μειώθητι, ω ποταμέ, τράπητι κατά νότου,
ίν' αντιπέραν πορευθώ εις των κλεφτών τους τόπους.


Οι επεμβάσεις των λογίων όμως δεν σταμάτησαν σ' αυτό το σημείο. Συχνά έφταναν στο σημείο να δημιουργούν πλαστά τραγούδια και να τα παρουσιάζουν ως δημοτικά για να υμνήσουν κάποιο τοπικό ήρωα ή ένα ιστορικό περιστατικό, που δεν βρήκε τον τραγουδιστή του.

Εκτός από τις παρεμβάσεις των λογίων γινόνταν όχι σπάνια ορισμένες τροποποιήσεις και από τους εκδότες στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν ποιητικά ή πατριωτικά το κείμενο προσθέτοντας ή αφαιρώντας λέξεις ή στίχους. Οι λόγοι αυτών ήταν φυσικά οικονομικοί, γιατί έτσι πίστευαν ότι το βιβλίο που θα εξέδιδαν θα είχε μεγαλύτερες πωλήσεις.


Αλλοιώσεις από τον ίδιο τον λαό

Αλλά αλλοιώσεις υποβλήθηκαν και από τον ίδιο το λαό. Αυτές οι αλλοιώσεις μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες:

α) Ασυνείδητες αλλοιώσεις που οφείλονται σε παρακούσματα, σφάλματα του μνημονικού ή σε συμφυρμό, όταν δηλαδή δυο διαφορετικά αποσπάσματα ενώνονται χωρίς κανέναν οργανικό λόγο. Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις όπου η προφορική παράδοση έχει υποστεί φθορές με το χρόνο. O Στ. Κυριακίδης πολύ σωστά παρατηρεί ότι όσο πιο ζωντανή είναι η προφορική παράδοση, τόσο λιγότερες είναι οι ασυνείδητες αυτές αλλοιώσεις.

β) Υποσυνείδητες είναι οι γλωσσικές αλλοιώσεις (που γίνονται όταν ένα τραγούδι τραγουδηθεί σε μια άλλη περιοχή, όπου έχουν διαφορετική διάλεκτο), οι πραγματικές (όταν για παράδειγμα ένα βουνό αλλάζει όνομα για να προσαρμοστεί στις γνώσεις του νέου τραγουδιστή) και οι μορφολογικές (όταν δηλαδή τραγούδια χωρίς ρίμα αποκτούν, όταν τα τραγουδούν σε μέρη όπου συνηθίζεται η ομοιοκαταληξία).

γ) Ενσυνείδητες αλλοιώσεις, όπου ένα τραγούδι προσαρμόζεται από μια περίσταση σε μια άλλη. Πολλές φορές με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται και μια καινούργια παραλλαγή. Αυτή η μορφή αλλοίωσης είναι η μόνη που μπορούμε να πούμε ότι συνδυάζει και θετικά στοιχεία


Αλλοιώσεις κατά την καταγραφή

Η καταγραφή ενός τραγουδιού παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Πρώτον γιατί ο καταγραφέας πρέπει να καταγράψει πιστά όσα ακούει, πράγμα καθόλου εύκολο, μια που πρέπει να καταγράψει όλους τους ιδιωματισμούς και δεύτερον γιατί ο τραγουδιστής πρέπει να τραγουδήσει σ' ένα άγνωστο για αυτόν περιβάλλον. Είναι συνηθισμένος να τραγουδάει κατά τη διάρκεια μιας γιορτής, όπου είναι όλοι μαζεμένοι, με συντροφιά ή ακόμα και μόνος του. Σ' αυτήν την περίπτωση όμως βρίσκεται μόνος με τον καταγραφέα και πρέπει να τραγουδήσει ή να απαγγείλει από την αρχή μέχρι το τέλος ένα τραγούδι. Επίσης είναι πιθανό ο τραγουδιστής να προσθέσει στο τέλος ένα ή δυο στίχους αλλοιώνοντας έτσι ένα τραγούδι που δεν θυμάται μέχρι το τέλος, μόνο και μόνο γιατί ο καταγραφέας το απαιτεί ολόκληρο.


Το πρόβλημα των συλλογών

Μερικοί από τους παλιότερους συλλογείς θεώρησαν σωστό να επέμβουν στα διάφορα τραγούδια που κατέγραφαν, αλλάζοντας λέξεις ή εκφράσεις με άλλες πιο λογιότερες, με αποτέλεσμα να μην μας σώζεται πλέον η αρχική μορφή των τραγουδιών. Άλλοι πάλι, στην προσπάθειά τους να βρουν καινούργια τραγούδια δεν κατέγραφαν, ή τουλάχιστον δεν δημοσίευαν, διάφορες παραλλαγές. Έτσι πολλά τραγούδια μας σώζονται μόνο σε μια παραλλαγή.


Το πρόβλημα της επιβίωσης των δημοτικών τραγουδιών

Oι περισσότεροι σήμερα γνωρίζουμε τα δημοτικά τραγούδια μόνο από τα βιβλία. Λίγοι είναι αυτοί που τα ξέρουν από την ίδια την προφορική παράδοση, εκείνοι δηλαδή που έζησαν σε χωριά, όπου η προφορική παράδοση είναι – αν και σε περιορισμένη έκταση – ζωντανή, ή οι συλλογείς.

Σήμερα δημοτικά τραγούδια δεν δημιουργούνται πια. Αυτά που τραγουδιούνται ακόμη είναι απλώς επαναλήψεις παλιότερων. Τα δημοτικά τραγούδια έσβησαν μαζί με τις απομονωμένες κλειστές κοινωνίες, που ευνοούσαν τη γέννησή τους. Την τελευταία δημιουργική τους άνθιση τη γνώρισαν την εποχή της τουρκοκρατίας με το κλέφτικο τραγούδι. Παρόλ' αυτά και στις μέρες μας δεν εκτοπίστηκαν ολότελα ούτε, πολύ περισσότερο, αχρηστεύτηκαν. Αντίθετα εξακολουθούν να ζουν, να συγκινούν και να προβάλλονται, γιατί αποτελούν την πιο γνήσια έκφραση της λαϊκής ψυχής.









Το άρθρο αυτό προέρχεται από τον ιστοχώρο Κ ι θ ά ρ α
http://portal.kithara.gr

Η διεύθυνση του άρθρου είναι:
http://portal.kithara.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=644